Αχ ΔΕΗ, ΔΕΗ μου, πάλι σε σκοτάδια μαύρα με βύθισες. Μόνο δυό μόνιτορ παραμένουν αναμμένα και δύο επίμονοι προειδοποιητικοί ήχοι, ενισχύουν την απελπισία μου. Τα μόνιτορ, μου δείχνουν τις υποχρεώσεις που έπρεπε να κλείσω σήμερα, τα μπιπ μπιπ των σταθεροποιητών όμως, με διαβεβαιώνουν πως δεν θα τα καταφέρω και σχεδόν με μαλώνουν για την αποτυχία μου.
Τα σβήνω όλα, καταβυθίζομαι στην μαυρίλα, την ησυχία, την μοναξιά, εγώ και οι υποχρεώσεις μου, μέσα σε ένα σύμπαν που συνωμοτεί εναντίον μου. Αχ και να έπιανα τον Κοέγιο στα χέρια μου.
Χρειάζομαι, λίγο φώς. Ανάβω ένα κεράκι. Σπάω την ησυχία με την αγαπημένη μου μουσική από το κινητό μου.
Ακούω το ''Benediction and Dream'' και απορροφώμαι από την φλογίτσα που προσπαθεί να εδραιωθεί στην κορυφή του κεριού. Είναι μικρή, μικρούλα, με μπλε ποδαράκια, σχεδόν στατική, σαν ντροπαλό κοριτσάκι που μόλις μπήκε στον χώρο και τον συνηθίζει πριν ξεθαρρέψει. Ψιλό-λικνίζεται, συνοδεία της απομακρυσμένης, εξωτικής φωνής, της τσιγγάνας του τραγουδιού, χορεύει απαλά, απολαμβάνει την μελωδία. Όπως εγώ έτσι κι αυτή απορροφά την εμπειρία, μου επιβεβαιώνει ότι περνάμε καλά.
Το κερί καίγεται, το φιτίλι μεγαλώνει σιγά-σιγά, μαζί με την αισιοδοξία που αφήνει το σαντούρι στο τέλος του τραγουδιού. Με προϊδεάζει για την συνέχεια, για την δύναμη, που η φλογίτσα, το μικρό κορίτσι, θα αποκτήσει και δε θα φοβηθεί να μου την επιδείξει.
Την θέση της τσιγγάνικης μελωδίας παίρνει ένα δυνατό Ανδαλουσιάνικο φλαμέγκο, '' buleria negra del gastor '' .
Δεν υπάρχει πια το ντροπαλό κοριτσάκι, την θέση του έχει πάρει μια φλόγα, ψηλή, δυνατή, κατακόκκινη. Σωστή γυναίκα. Ο χορός είναι γρήγορος, τα πόδια ακούγονται δυνατά, τα χέρια συγχρονισμένα, επιδέξια, η φλόγα χορεύει με έντονες κινήσεις. Ο ανίκητος ερωτισμός της γεμίζει το δωμάτιο, τον κόσμο μου, που μέχρι πριν λίγα λεπτά, μόνο ξενέρωτες υποχρεώσεις είχε να μου επιδείξει. Βλέπω το φως της, νιώθω την ζέστη της στο πρόσωπό μου, δεν μπορώ με τίποτα να αμφισβητήσω την ύπαρξη της.
Κάποιες ριπές ανέμου εισβάλουν στο δωμάτιο και προσπαθούν να την εξοντώσουν, το κερί που πλέον λιώνει γρήγορα δεν μπορεί να την στηρίξει. Η φλόγα αντιστέκεται, χορεύει γρήγορα, ξανα-εδραιώνεται μετά από κάθε φύσημα και βγάζει λίγο καπνό κατόπιν, ίσα-ίσα για να μου δείξει τον εκνευρισμό της στις δυσκολίες της, να παραπονεθεί που δεν την προστατεύω. Εγώ την θαυμάζω, καθώς την παρατηρώ να τα βγάζει πέρα και δεν κάνω τίποτα.
Το ρεύμα του αέρα δυνάμωσε, το δωμάτιο γέμισε καπνό και μυρουδιά λιωμένου κεριού. Σαν το άρωμα της γυναίκας που μόλις με άφησε και προσπαθώ να ξεγελαστώ με οτιδήποτε δικό της έμεινε πίσω. Η φλόγα έσβησε.
Μαύρα σκοτάδια πάλι, αλλά δεν έχει ησυχία. Ακούγεται ένα μελωδικότατο, πλήν όμως πολύ λυπημένο πιάνο (dorantes - orobroy) και κάτι παιδιά που άλλοτε ακούγονται σαν να κλαίνε, άλλωτε να με παρακινούν να βγάλω τον αναπτήρα μου, να ξαναφέρω το ντροπαλό κοριτσάκι με τα μπλέ ποδαράκια. Εγώ πάλι σκέφτομαι να φύγω, να αλλάξω κόσμο .
Τα σβήνω όλα, καταβυθίζομαι στην μαυρίλα, την ησυχία, την μοναξιά, εγώ και οι υποχρεώσεις μου, μέσα σε ένα σύμπαν που συνωμοτεί εναντίον μου. Αχ και να έπιανα τον Κοέγιο στα χέρια μου.
Χρειάζομαι, λίγο φώς. Ανάβω ένα κεράκι. Σπάω την ησυχία με την αγαπημένη μου μουσική από το κινητό μου.
Ακούω το ''Benediction and Dream'' και απορροφώμαι από την φλογίτσα που προσπαθεί να εδραιωθεί στην κορυφή του κεριού. Είναι μικρή, μικρούλα, με μπλε ποδαράκια, σχεδόν στατική, σαν ντροπαλό κοριτσάκι που μόλις μπήκε στον χώρο και τον συνηθίζει πριν ξεθαρρέψει. Ψιλό-λικνίζεται, συνοδεία της απομακρυσμένης, εξωτικής φωνής, της τσιγγάνας του τραγουδιού, χορεύει απαλά, απολαμβάνει την μελωδία. Όπως εγώ έτσι κι αυτή απορροφά την εμπειρία, μου επιβεβαιώνει ότι περνάμε καλά.
Το κερί καίγεται, το φιτίλι μεγαλώνει σιγά-σιγά, μαζί με την αισιοδοξία που αφήνει το σαντούρι στο τέλος του τραγουδιού. Με προϊδεάζει για την συνέχεια, για την δύναμη, που η φλογίτσα, το μικρό κορίτσι, θα αποκτήσει και δε θα φοβηθεί να μου την επιδείξει.
Την θέση της τσιγγάνικης μελωδίας παίρνει ένα δυνατό Ανδαλουσιάνικο φλαμέγκο, '' buleria negra del gastor '' .
Δεν υπάρχει πια το ντροπαλό κοριτσάκι, την θέση του έχει πάρει μια φλόγα, ψηλή, δυνατή, κατακόκκινη. Σωστή γυναίκα. Ο χορός είναι γρήγορος, τα πόδια ακούγονται δυνατά, τα χέρια συγχρονισμένα, επιδέξια, η φλόγα χορεύει με έντονες κινήσεις. Ο ανίκητος ερωτισμός της γεμίζει το δωμάτιο, τον κόσμο μου, που μέχρι πριν λίγα λεπτά, μόνο ξενέρωτες υποχρεώσεις είχε να μου επιδείξει. Βλέπω το φως της, νιώθω την ζέστη της στο πρόσωπό μου, δεν μπορώ με τίποτα να αμφισβητήσω την ύπαρξη της.
Κάποιες ριπές ανέμου εισβάλουν στο δωμάτιο και προσπαθούν να την εξοντώσουν, το κερί που πλέον λιώνει γρήγορα δεν μπορεί να την στηρίξει. Η φλόγα αντιστέκεται, χορεύει γρήγορα, ξανα-εδραιώνεται μετά από κάθε φύσημα και βγάζει λίγο καπνό κατόπιν, ίσα-ίσα για να μου δείξει τον εκνευρισμό της στις δυσκολίες της, να παραπονεθεί που δεν την προστατεύω. Εγώ την θαυμάζω, καθώς την παρατηρώ να τα βγάζει πέρα και δεν κάνω τίποτα.
Το ρεύμα του αέρα δυνάμωσε, το δωμάτιο γέμισε καπνό και μυρουδιά λιωμένου κεριού. Σαν το άρωμα της γυναίκας που μόλις με άφησε και προσπαθώ να ξεγελαστώ με οτιδήποτε δικό της έμεινε πίσω. Η φλόγα έσβησε.
Σχόλια